Τρία αρχιτεκτονικά «κοσμήματα» στο κέντρο της Αθήνας που δεν έπρεπε ποτέ να είχαν κατεδαφιστεί
Αρχιτεκτονικά μνημεία της Αθήνας που «χάθηκαν», στερώντας την πόλη από σημαντικά τοπόσημα.
Η Αθήνα έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα στην πάροδο του χρόνου, με την ανάγκη για «εκσυγχρονισμό» του αστικού χώρου να μην έχει οδηγήσει πάντοτε σε θετικούς δρόμους.
Η συζήτηση για την αντικατάσταση των νεοκλασικών κτιρίων με πολυκατοικίες και οικοδομήματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής είναι πολυεπίπεδη και συχνά καταλήγει σε υπεραπλουστεύσεις. Είναι κατανοητό ότι, με την αύξηση του πληθυσμού και την τεράστια αύξηση των στεγαστικών -και άλλων- αναγκών της πρωτεύουσας, τα χαμηλού ύψους και λιγότερης χωρητικότητας νεοκλασικά κτίρια δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν όπως ακριβώς τα βλέπαμε στο Μεσοπόλεμο.
Πολλά ήταν ωστόσο τα κτίρια που η απώλειά τους, στέρησε την πόλη από αξιόλογα αρχιτεκτονικά τοπόσημα, μνημεία του νεοκλασικισμού και άλλων ρευμάτων της προπολεμικής περιόδου, τα οποία θα έκαναν πιο όμορφο το τοπίο σε κεντρικά σημεία της Αθήνας. Παράλληλα, η παρουσία τους θα δημιουργούσε μία ενιαία αισθητική και μνημειακή «γραμμή» με παρακείμενα νεοκλασικά κτίρια. Χωρίς αυτό να είναι πάντα ζητούμενο, στην προκειμένη περίπτωση όμως οι μοντέρνες «παρεμβολές» ήταν αρκετά κατώτερες.
Ακολουθώντας τη συζήτηση, η λίστα μπορεί να είναι μεγάλη, εδώ όμως διακρίνονται τρία -ενδεικτικά ίσως- παραδείγματα κτιρίων που θα έπρεπε να είχαν παραμείνει.
Δημοτικό Θέατρο Αθηνών
Το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών κοσμούσε με την παρουσία του την πλατεία Κοτζιά, εκεί που σήμερα βρίσκεται το τεράστιας έκτασης πλακόστρωτο μεταξύ του κτιρίου του δημαρχείου και του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας. Το μέγεθος της πλατείας ίσως ήταν το μόνο «κέρδος» από την κατεδάφισή του.
Το θέατρο χτίστηκε σε σχέδια του Τσίλλερ με χρηματοδότηση του Ανδρέα Συγγρού και εγκαινιάστηκε το 1888. Αρχικά το σχέδιο ήταν να λειτουργήσει ως Εθνικό Θέατρο -το οποίο δεν υπήρχε τότε στην Αθήνα. Ωστόσο το 1898 περιήλθε στο Δήμο Αθηναίων και έγινε δημοτικό.
Το Δημοτικό Θέατρο φιλοδόξησε -και εν πολλοίς τα κατάφερε- να ανταγωνιστεί αντίστοιχα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Φιλοξένησε όπερες, κωμωδίες, μουσικό θέατρο. Μέχρι και τη δεκαετία του ’20, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την καλλιτεχνική ζωή της πόλης.
Η αίθουσα, χωρητικότητας περίπου 1.200 θεατών, θεωρούνταν από τις καλύτερες της εποχής σε ακουστική. Ωστόσο, υπό την πίεση του Συγγρού, το κτίριο ολοκληρώθηκε με αρκετές ανεπάρκειες σε σχέση με τα αρχικά σχέδια. Για παράδειγμα, δεν διέθετε βοηθητικούς χώρους πίσω από τη σκηνή ούτε κανονικά καμαρίνια.
Από τη δεκαετία του 1920 ξεκίνησαν ωστόσο σημαντικά προβλήματα. Η λειτουργία του ήταν οικονομικά δυσβάσταχτη για τον Δήμο Αθηναίων και υπήρχαν σοβαρά προβλήματα συντήρησης. Παράλληλα, κάποιοι υποστήριζαν ότι το κτίριο «έκλεινε» την πλατεία Κοτζιά (τότε) Λουδοβίκου και δυσχέραινε την ανάπλασή της.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στο θέατρο στεγάστηκαν προσωρινά περίπου 150 οικογένειες προσφύγων. Η φιλοξενία των προσφύγων αποτυπώθηκε σε φωτογραφίες της εποχής που δείχνουν τις οικογένειες να μένουν στα θεωρεία του θεάτρου.
Το εσωτερικό τότε, όπως ήταν απόλυτα φυσικό, υπέστη ζημιές, καθώς οι διαμένοντες χρησιμοποιούσαν τους χώρους για μαγειρεία, πλυσταριά και καθημερινές ανάγκες. Έστηναν φωτιά σε έπιπλα και σκηνικά, ενώ οι κουρτίνες και τα βελούδα αξιοποιήθηκαν για κουβέρτες και προστασία από το κρύο.
Το καλοκαίρι του 1940 ξεκίνησαν οι εργασίες κατεδάφισης του εμβληματικού κτιρίου, με την έγκριση του τότε δημάρχου, Αμβροσίου Πλυτά και του υπουργού Διοικήσεως Πρωτευούσης και τέως δημάρχου Αθηναίων, Κώστα Κοτζιά. Το όνομα του τελευταίου θα έμενε για πάντα συνδεδεμένο με την περιοχή, καθώς δόθηκε στην πλατεία. Ωστόσο, το Δημοτικό Θέατρο κατεδαφίστηκε και έμεινε πλέον μόνο στις φωτογραφίες-ντοκουμέντα της εποχής.
Μέγαρο Νεγρεπόντη
Βρισκόταν στην συμβολή της Λεωφόρου Αμαλίας με την Όθωνος στην πλατεία Συντάγματος. Όπως διαβάζουμε στο γκρουπ «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο» στο Facebook, «θησαυρό» για το παρελθόν της Αθήνας, το Μέγαρο Νεγρεπόντη χτίστηκε στη θέση του αρχοντικού Λουριώτη (αγωνιστής του 1821 και πολιτικός), από άγνωστο αρχιτέκτονα. Σε αυτό το κτίριο προστέθηκε ένας επιπλέον όροφος το 1880 και διαμορφώθηκε ως Μέγαρο Νεγρεπόντη.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινό ανάκτορο του διαδόχου Κωνσταντίνου, μετά τον γάμο του με τη Σοφία της Πρωσίας, το 1889, αναμένοντας να χτιστεί το ανάκτορο του διαδόχου στην Ηρώδου Αττικού (το σημερινό προεδρικό μέγαρο).
Όταν το μέγαρο αγόρασε ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης, επεκτάθηκε σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Eugène Troump. Χαρακτηριστική ήταν η τοξοστοιχία της πρόσοψης και πάνω της ο μεγαλοπρεπής εξώστης. Στη συνέχεια, και μέχρι το 1940, στέγασε το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Το κτίριο καταδεφίστηκε το 1957 και στη θέση του ανεγέρθηκε πολυκατοικία που υπάρχει μέχρι σήμερα, στεγάζοντας γραφεία και καταστήματα.
Ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης (1873-1951) ήταν Έλληνας πολιτικός και οικονομολόγος, καταγόμενος από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Χίου. Το 1914 διορίσθηκε πρόεδρος της Επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων στη Θεσσαλονίκη. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, συμμετέχοντας ως υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Το ίδιο υπουργείο ανέλαβε και στην κυβέρνηση Βενιζέλου (1917 - 1920). Το 1941 διετέλεσε για λίγους μήνες διοικών σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος.
Μέγαρο Παππούδωφ
Βρισκόταν στη συμβολή της Βασιλίσσης Σοφίας με την Πανεπιστημίου, εκεί που σήμερα υπάρχει ένα -όχι ιδιαίτερα όμορφο- ψηλό κτίριο με γυάλινα παράθυρα.
Εκεί, μεταξύ των ετών 1875 με 1878, χτίστηκε το μέγαρο του εύπορου Αριστείδη Παππούδωφ, με καταγωγή από Κωνσταντινούπολη αλλά και Ήπειρο, ο οποίος ασχολήθηκε με εφοπλιστικές και χρηματιστικές δραστηριότητες.
Λειτουργούσε ως φυσική «συνέχεια» του κτιρίου της Μεγάλης Βρετανίας στην πλατεία Συντάγματος και ως απαρχή μίας συστάδας κτιρίων -σε αυτήν την πλευρά της Βασιλίσσης Σοφίας, με παρόμοιο αρχιτεκτονικό ρυθμό και το αποτύπωμα του Τσίλλερ, όπως η οικία Συγγρού (νυν Υπουργείο Εξωτερικών), η οικία Μπενάκη κλπ.
Τη δεκαετία του 1920, προοριζόταν για κατοικία του τότε διαδόχου Γεωργίου και της πριγκίπισσας Ελισάβετ της Ρουμανίας. Την περίοδο των Δεκεμβριανών στέγαζε την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών.
Κατεδαφίστηκε τον Ιούλιο του 1971, στερώντας την πλατεία Συντάγματος από ένα εξαιρετικής ομορφιάς κτίριο που θα «συνομιλούσε» με τα παρακείμενα οικοδομήματα, συνθέτοντας ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό τοπίο.